jusqu'à le dernier poème, avant le premier

Le soufflage du vers

Le cristal de la langue, une locution appartenant à J. Lacan, psychanalyste français qui a noué sa vie avec la réinvention de la psychanalyse ; Il l’utilise pour faire résonner l’essence du français. Je veux me lancer à l’orpaillage de l’essentiel d’une autre langue, la mienne, celle de mon inconscient, à l’aide de la poésie. Son cristal est là tout seul, à causer. C’est alors un travail en cours couplé avec une psychanalyse. La poésie c’est aussi un métier, le métier de la fabrique de ver(re)s : la masse de mots en fusion cueillie se retourne pour donner la paraison (là apparaîs! son) ; d’un souffle bref, se fait naître la bulle de vers ; le souffle continu forme le poème. Avant le premier jusqu’à ce que tous les effets derniers soient ancrés au poème que je suis, parce que je ne suis pas poète. Omnia hic plagium sunt.

  • Ελληνικά Ποιήματα πριν την ρωηγμή του Χρόνου. Poèmes grecs avant la couleuvre du Temps.

    Μικρό κείμενο περί του Αδυνάτου 1

    Ο άνθρωπος ψάχνει να εξηγήσει το βάδισμα

    περπατώντας μέχρι την κούνια, 

    το παιδί του μαθαίνει να μπουσουλά.

    Κι αν ο άνθρωπος έψαχνε έναν σκοπό

    Θα περπατούσε κάμποσο άσκοπα, το αηδόνι

    που θα του τραγουδά, σκοπούς χαρμόσυνους.

    Έβγαλα την πένα μου, το τετράδιο

    η έμπνευση, είχε φθάσει ως τα μέρη του,

    έγραψα κάμποσο, έπειτα η μέρα μου φαινόταν ανέμπνευστη

    Μετά την συνουσία, θλιμμένος άνθρωπος

    Μετά την ουσία, υπάρχω; κοντολογίες,

    Υπάρχω πριν την ουσία, στο ενδιάμεσο,

    πάντα εδώ βρίσκω της χαράς την απουσία

    Μετά την κοινωνία, η δυσφορία

    με τα χιλιάδες πρόσωπα,

    ξεχνάς το όνομά της Ύβρης, καλείς την Νέμεση

    ξεχνάς το όνομα του δικαίου,

    καλείς της δόξας την παρωνυμία

    Μεταξύ αναγκαίας βεβαιότητας

    και συνωνυμίας του πεπρωμένου με το αναπάντεχο

    Το ερώτημά μου παραμένει,

    ο άνθρωπος επινόησε το μπουσούλισμα

    για να καταλάβει το βάδισμα, ή,

    συνάντησε το μπουσούλισμα σκοντάφτοντας, μή πως,

    το βάδισμα ώστε να φτάσει στα πόδια στο τραπέζι, ή πάλι,

    το βάδισμα πλάι στο μπουσούλισμα,

    γιατί δεν συνάντησε την μαγκούρα παραπέρα;

    Το κουβάρι όλο και περιπλέκεται,

    ο μόνος βέβαιος τρόπος συνάντησης

    του γάτου μου με την χαρά,

    το κουβάρι που ολοένα πλέκεται

    ενόσω εκείνος εις μάτην το ξεχαρβαλώνει.

    Περί κατεργαραίων και των δικών τους κλοπιμαίων Δικών

    Μετά την κλοπή,

    Έφυγες μ’ ένα κινητό στο χέρι

    Και των ποιημάτων μου στερείς το ταίρι,

    Απ τ άλλο χέρι που τα δακτυλογράφησε·

    Γλίστρησες σαν χέλι πεπρωμένο μου,

    Ήσουν ραφτό, γραμμένο στο χέρι,

    Στις διαστάσεις μου το κλεμμένο σημειωματάριο.

    Ας είναι, κλάφτη κλοπή, κλέφτη !

    Θα ξαναβρώ την δυναμή μου,

    Την ραφή στην γραφή μου.

    Στο διάολο τα πενήντα φράγκα πού βγαλες

    Απ την γαμημένη συσκευή,

    Ήταν για φούντο ήδη καιρό,

    Τον παλμό της πηγής δεν στέγνωσες

    Τον αληθινό θησαυρό

    Τις κούτες τσιγάρων που πήρες

    Για να σου θολώσεις το μυαλό,

    Θα ισοφαρίσω με δυο τετράδια

    Ποίηση κι έρευνα στο ασυνείδητο

    Αυτό που πνίγεις στης πίσσας το ναρκωτικό

    Θυμίζεις θάνατο με την πράξη σου,

    Ένωση κι εξάρτηση τυχάρπαστη

    Στην ανάγκη μιας παρόρμησης.

    Μιαν επιθυμία τρανότερη σου

    Προτάσσω για να ζήσω,

    Ελπίζω να φτάσει ως τα λημέρια σου.

    Θυμόλογος με τον Θανάση Τζαβάρα

    All we need is love…κι ένα ζευγάρι καλά παπούτσια.

    All we need is love…κι ένα τάιρι σφριγηλά στήθια.

    All we need is love. κι ένα σαρντονέ.

    All we need is love. κι είκοσι μέρες διακοπές το χρόνο.

    All we need is love…κι άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.

    All we need is love, love…και δυο οργασμούς απανωτούς.

    Love is all we need…Αχ Θανάση, δες που ρίχνοντας το α

    Τά γραψες όλα στ αρχίδια σου,

    Εν αρχήν ιδία η ανάγκη

    Ναγαπάς και να αγαπιέσαι.

    Χωρίς ΠΑΤ

    Πώς θα κάνω πατέρα

    Κάθομαι στο σκαμπουδάκι

    Τον κοιτάζω χαμηλόφωνα

    Φαντάζει ψηλότερος

    Με λένε Βασιλάκη

    Με ρωτάνε κάθε Πάσχα αν μεγάλωσα

    Γελώντας με το αμήχανο παιδάκι

    Αναποχώριστο ρολάκι

    Που εγώ διάλεξα κι ερμήνευσα αδιαλείπτως

    Δύομισι δεκαετίες

    Ο πατέρας είναι σκεπή χωρίς στέγη

    Πλάι σου μένω στεγνός και άστεγος

    Έχεις την απάντηση κάθε φορά που βρέχει

    Την ομπρέλα σου δεν μπορώ να την ανοίξω,

    Μόνο εσύ το καταφέρνεις

    Περπατούμε πλάι στην βροχή

    Πηγαίνουμε όπου θέλεις πάντα εσύ.

    Σημαδεύω κλεφτά όσα μέρη θέλω να πάω.

    Κάνω τον πατέρα

    Περπατώ με την ομπρέλα

    Κάνω τις γκριμάτσες σου,

    Κοιτάζω την ώρα όπως θα την κοιτούσες

    Βλαστημώ τον κολόκαιρο όπως θα θύμωνες

    Είμαι μουσκίδι, ανεβάζω πυρετό, παραληρώ.

    Το μπράτσο της έχει πάθει εμπλοκή

    Σπρώχνω την ομπρέλα σου ανελπιστικά

    Ώσπου ν ανοίξει· την έσπασα.

    Αν αγοράσω μιαν άλλην;

    Όχι, καμία δεν της μοιάζει !

    Γράφω τ όνομά μου με μια διχάλα

    Χώρισαν οι δρόμοι μας. Εσύ πέθανες,

    Εγώ κρατώ σφιχτά την ομπρέλα σου κι ας είναι σπασμένη

    Αλλά δεν μπορώ να βγω από το σπίτι

    Βρέχει συνέχεια.

    Προβλέψεις ακατάπτωτων βροχοπτώσεων

    Δε γαμιέται,

    Αύριο θα αγοράσω ένα αδιάβροχο

    θα το φορώ όποτε γουστάρω

    ακριβώς όπως σε φανταζόμουν σαν άλλος Φρέντ Αστέρης

    να παραδέχεσαι πόσο γούσταρες την ομπρέλα σου

    για να κάνεις οτιδήποτε άλλο,

    εκτός από το να μένεις στεγνός

    χωρίς ΠΑΤΕΡίτσες αδιάβροχος.

    Χωρίς ΜΠΑ

    Έπειτα από μίαν ασυγκράτητη

    Κατάχρηση λογοπαίγνιων, φθόγγων

    Δίφθογγων, αναγραμματισμών κι εμπρόθετων,

    Παρατονισμών και παρηγορολογισμών,

    Μου μείναν δυο αστραπές στο παράθυρο

    Ένα κοφτερό όχι κι ένα δίκοπο ναι

    (Φσστ Ελύτη, ευχαριστώ πού φτασες ως κι εμένα,

    Η λιγοστή μου ποίηση που σου χρωστώ,

    Γιατί πρωτίστως γίνηκες λαϊκή σοφία)

    Μια γραμματική μ’εξώφυλλο από γυαλόχαρτο

    Ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του Περέκ

    Όπου η πρόθεση μπα δεν υπάρχει.

    Αστραφτερή φυλλωσιά ελιάς στο δείλι

    Εκκλησιά που προσκυνά την βροχή

    Και ξεθωριάζιε το θείο.

    Ό,τι θέλει να πέσει είναι σίγουρο ότι ανυψώθυκε

    Ενώ ό,τι θέλει να πάει ψηλά

    Είναι σίγουρα απαράδεκτο της καταγωγής του

    Αν μας αγγίζουνε σήμερα ακόμη

    οι μεταφορές των οριζόντων.

    Παραλλαγή της μπαλάντας του θανάτου

    Σαν αίλουρος χόρεψε την Αστράπτα

    Και καμαρώνει της ζωής την πανηγύρη

    Με χαμηλές τις όμορφες καμπύλες

    Την εζευγάρωνε.

    Στα μάτια του ένα, ένα σύγνεφω

    Στου πόθου του το σίδερο

    Κει αίμα, πνοή, λιοπύρι, γη

    Φυτέψανε μιαν αστραπή

    Και στίψανε το σύννεφο.

    Περί καταλήξεων

    Εκεί ξαπλωμένη, ενδιαφέρον !

    Και γιατί όχι ενφιαφερόμενη,

    Διαφορά φέρουσα;

    Φερόμενη την περιφέρειά της ερωμένη.

    Σας ψιθυρίζω ότι διαφέρω · ή μήπως,

    Σας εκμυστηρεύομαι πως τον Αγάθωνα ποθώ;

    Τα θηλυκά επίθετα με τρομάζουν

    Επί του στρώματος βωμολοχώ ανοησίες αραδιάζω

    Μασκαρεύω τις καταλήξεις

    Και κανείς δεν υποπτεύεται τί;

    Σίγουρα όχι αυτό που ήδη σαν νόημα νεύεται

    Σίγουρα όχι ότι η μάσκα είναι προσωπείο μυστήριο,

    Ότι το μυστικό είναι σιωπή κρυστάλλινη

    Αντανάκλαση των ματιών μου σε μια λίμνη.

    Περί μετωνυμίας το πόνημα

    Να που υπάρχω,

    Ώστε το βλέπω ! Ως και το ακούω.

    Υπάρχω εκεί που τρεχαντεύει το σύννεφο,

    Υπάρχω εκεί που βλέπω όταν το κορμί σου θέλω

    Εκεί που ακούω όταν η φωνή σου με συγκλονίζει

    Δεν σε προφταίνω γιατί κατοικείς

    Στον παφλασμό του κύματος

    Στον οργασμό της κλινοπάλης

    Στο θρόϊσμα των φύλλων

    Στο τιτίβισμα των πουλιών

    Στην κατάνοιξη του ουρανού

    Στην νεροποντή της καταιγίδας

    Στο σχίσιμο της αστραπής

    Στο τσουρούφλισμα της φωτιάς

    Στο γουργούρισμα της γάτας

    Στην πληγή που από αίμα αναβλύζει

    Στο ποίημα που τις στροφές αλλάζει

    Στο πινέλο που τον πίνακα πιτσιλίζει

    Στον κρατήρα που ξάφνης βροντά

    Στην χύτρα που σφυρίζει

    Στην γέννα που ουρλιάζει

    Θάνατε κωφαίνεις

    Άνθρωπε αγουροξυπνάς

    Δεν μπορώ να σε κατοικήσω

    Μεταξένιο μεταξύ !

    Περί ηρωϊκών πεπρωμένων

    Έρχομαι,

    Έρχομαι πεπρωμένο,

    Είναι καιρός ν ανταμωθούμε

    Πάει καιρός που να σμίξουμε ποθούμε

    Έλα, το χέρι σου δώσε,

    Απάνω στου χορού την δίνη ζάλη,

    Στης ρίζας του πλατάνου προσκεφάλι

    Οδηγεί η πομπή κι όπως ξαπλώνω

    Μέσα μου νέα φωτιά ανοίγει και με καίει.

    Σ έναν τόπο άντρας καιόμενος δεν κάθεται,

    Φεύγω, γιατί καίγομαι απ το άγγιγμα σου πεπρωμένο,

    Πηγαίνω, ώσπου να καώ ολόκληρος, σαν φωτιά,

    από τις πυρκαγιές της Τροίας των νεκρών ηρώων

    να πεθάνω προτιμώ για ένα όνειρο.

    Στην γκαλερί

    Δεν υπάρχουν σκάλες

    Θέλω να πάω κάπου

    Κάνοντας κάτι

    Η ευχή μου,

    Να γίνω κάποιος μεταξύ κάποιων κάποιων ·

    Στην γκαλερί,

    Είναι ζωγραφισμένες στον πίνακα χωρίς όνομα

    Οι σκάλες, οδηγούν σε μια σκάλα ελισσόμενη,

    Είναι ο καλλιτέχνης που ονομάζει την έξοδο

    Του κινδύνου του.

    Μαρτυράς ανώνυμα εμπρός στης θέας του βήματός σου

    Την ελευθερία.

    Στα όνειρά μου όταν,

    της πηχτής νυχτιάς μεε καλείς με τ’όνομά μου,

    Συνδιαλλεγόμαστε επί των διάφορων στυλ

    Τις σχεδιάσεις των βημάτων σου ζωγραφικής,

    Της σκάλας της ζωής.

    Προσφέρεις το γνωρίζειν ονειρεύεσθαι

    Εκεί που ήταν ένα γνωρίζειν πράττειν.

    Άτιτλο 2

    Μέσα στο δάσος

    Πλέκω ένα ξέφωτο

    Απτην λάμψη σου

    Έχεις το δικό σου φως διαλεγμένο

    Από τα έγκατα του φεγγαριού

    Από τις ανταύγειες του ξεσηκώνω την γη,

    Ξεριζώνω το σκοτάδι κι οργώνω το χάος

    Η ματιά μου πέφτει πάνω σου και μετά στην βλάστηση

    που χαιδεύει το βλέμμα μου και ξεπλένει την συνήθεια.

    Περπατώ στον ορίζοντα της τέχνης που γνέφει η ψυχή σου

    Στην γεωμετρία των αισθήσεών σου

    Στην αποκάλυψη της ύπαρξής σου

    Ο κόσμος είναι απλός επειδή απλά τον θέλησες όμορφο

    Μέσα στην σύγχυση του θανάτου της αγριότητας,

    Της μπουλτόζας, του πριονιού

    Και της σφυροκοπημένης λύσσας

    Το βούισμα της μέλισσας εκκωφαντικό

    Εκκενώνει την αθλιότητα.

    Μέσα σε μια σταγόνα ωκεανού

    Σένα καρδιοχτύπι της αιωνιότητας

    Αυτό αισθάνθηκα όταν σου πρωτομίλησα

    Αυτό μου απάντησες όταν πρωτοκελάλησες.

    Παράδοξα της σιωπής

    Όσο περισσότερο μ’αρέσεις

    Τόσο περισσότερο σωπαίνω

    Περισσότερο πιότερο κι άλλο, ακόμη μπόλικο,

    Οργασμός της προσθέσεως της θέασης

    Όταν ανεβαίνει το φεγγάρι

    Και τα γιασεμιά επιπλέουν στον περίπατο περιδιαβαίνουμε,

    δεν βγάζουμε χαρταετό τον ήλιο

    τυφλώνομαι πριν τον Οιδίποδα

    Αποφεύγω ό,τι τραγικό,

    Καταντώ κωμωδία των επαναλήψεων.

    Η χορογράφος ζήτησε

    Χαμόγελο-Χειραψία-Χάδι-Αγκάλι-Κουρουβάλι,

    Το χελιδόνι ταξίδεψε ως τον νότο και ξανακύλησε

    Από ζέσα σε ζέσα,

    Χελιδονάκι σύ γνωρίζεις τ’ανέμι πώς σαλεύει.

    Το κορμί μου ξεγλιστρά απ την ομίχλη και σαϊτεύει

    Η επιθυμία είναι ο κεραυνός

    Το θέλγητρο η αστραπή

    Η στιγμή είναι μία.

    Be gone, Narcisse !

    Χάσου φωνή και γίνε λαλιά στα χείλη μου

    Χάσου βλέμμα στο κοίταγμα σα σε κοιτάζει εκείνη,

    Επιτέλους, αυτό που ονειρευόσουν

    Με τα κλειστά σου μάτια ταραγμένα.

    Χάσου καρδιά μου στου χτύπου την ολόφρεσκη ζάλη

    Σαν έλθει στο σύννεφο ο Έρως

    Μην γυρνάς απ την άλλη

    Μην είσαι εγωιστής

    Χάσε τα δόντια σου μες στο χαμόγελό σου.

    Θ αυλακώσει το πρόσωπό σου απ το γήρας

    Κάψε το δέρμα σου

    στο σίδερο του πόθου

    τσαλάκωσε το κορμί σου,

    Διάολε δεν είσαι πορσελάνη

    Διάολε άγαλμα δεν ήμουν

    κι έγινα λαζαρολάβαρο διάολε,

    Ω διαολεμένε διάολε.

    Πόσο θέλω το παρόν

    Το ραγισμένο παρόν,

    Και ως τις ρωγμές που μέσα τους στάζει βροχή

    Της ζωντανής μου κράσης

    Ό,τι άλλο γύψος στο σώμα.

  • Che vuoi?

    entre toi, entre eux il y a

    un claque, tes idées

    une claque, le bourreau

    un lac, décider

    y nager le long du bleu

    une plaque de verglas devant

    me coupera la tête ?

    acéphale cheval se brise sur la falaise

    Trieb, sans une brise dès gisant

    annonce l’ouïe du printemps

    entre toi et entre eux il y a

    la mort, l’arlequin, la plume

    lequel choisis-tu ?

    la mort c’est la paix résolue

    l’arlequin ce pantin fut drôle

    c’est la plume sans l’encre encore qui 

    sut ancrer le sort

    c’est l’encre sans la main qui 

    sut ne pas être un scribe

    c’est la main sans la tête enfin

    une fin c’est t’envoyer ma lettre,

    parmi les trois je choisis

    la question qui fonde la série :

    Que veux-tu ?

  • De ce qui reste

    Ce qui reste dans la tête

    ce qui reste la réalité

    ce qui reste…

    ce qui fait pansement

    à ce qui fait penser

    ça reste…

    ce qui fente sa peau

    ce qui se cicatrise

    pas que ! ce qui reste…

    Ah oui, ce qui reste toujours

    la réalité, une, la mienne ? Non !

    Plutôt celle ; 

    dont mon front se cicatrise, 

    après y avoir cassé ma guele.

    ce qui se perdure milles siecles

    la feuille qui tombe avant qu’il devienne graine

    et puis vaporisée dans sa floraison

    ça reste…

    Oui, celle-ci non, ça oui, un

  • Le divan, ça se mérite

     

    Je me trouve prisonnier, ça s’hérite

    dans la lignée d’esclaves de l’esprit

    Seule chose heureuse,

    lorsque cet esprit travaille la terre.

    Je m’épanouis comme des fleurs

    Je pousse et fissure l’agglomerat de la boue

    J’y suis et face à moi le ciel

    l’image de mon village à travers toi,

    l’oeil de l’aigle.

    Tout est éclairé sur un instant

    Un jour je volerai avec mes amis les nuées

    Je mouillerai ma patrie terreuse

  • Vous le formuler par le négatif

    Vous l’attacquez par la gentillesse

    Vous la caressez là où la peau est dure pour foncer les ongles

    Vous la recevez par la porte où vous la renverrez.

    Vous dites toujours :

    Pourquoi vous ne pouvez pas

    Ce n’est pas toi

    Ce n’est pas ça

    Ce n’est pas comme ça

    Qu’as tu d’autre que des baisers de Judas à donner ?

    à toi maintenant je te dis :

    Toujours je prononce par la négative

    ma vérité nauséabonde de son enfermement étérnel.

    Vous ne pouvez pas

    Je n’en peux plus

    C’est toi

    C’est ça

    C’est comme ça

  • Le pêcheur son caillou, et la mer.

    Moi je parle à vous

    ma parole c’est le filet de pêche

    vous êtes un galet au fond de la mer

    Je pense après mille ans de pêche :

    « Ceci ne changera point et c’est pour rien.

    Dans le nouveau millénaire, jetterai-je mon filet encore ?

    A chaque nouvelle essaie

    mon amour de la pêche grandit

    Je pêche mais je ne suis pas encore pêcheur

    Je vous parle mais je ne connais pas ma parole » 

    Le caillou au fond de la mer parle :

    « Il me paraît qu’il faut me demander de surgir au surface. »

    Ainsi, j’hésite de jetter mon filet et m’adresse à vous :

    -Fais-toi apparaître, petite pièrre arrondie

    -« Voilà » vous dites.

    -J’ai perdu l’éternité et j’ai gagné ce galet

    dont la réponse me parle et je m’y connais

    J’y suis pêcheur, voilà ma réponse.

    La mer de voeux n’offre pas ses galets

    elles me les rend une fois demandés

    Puis je deviens pêcheur,

    puis la pêche me déplaît

    Puis mon être parle

    le faire parler me déplait.

    Pourtant mon caillou brille dans la main

    ce n’est qu’une petite pièrre.

    ma fortune

    mon désastre

    mon astre

    ma boussole

    Comment te nommer

    si tu n’est pas une découverte néfaste ?

  • L’aplatissement du Phallus, n’est pas la destitution de l’objet cause du désir.

    De l’oxygène et des graines I

    Venir sur la montage,

    à ses pieds devant lancer ton pari,

    de nicher à la cime l’expérience d’une vie,

    faire le chemin,

    le balisage à suivre

    les jours sans repos

    et les sommeils profonds,

    les songes flottent là-haut.

    Avec les aigles tu suis

    sur ton carnet de route

    dessins des danses célestes

    qui purgent la fatigue

    qui sautent les fossés

    qui grimpent sur un arbre

    pour y graver un signe

    pour ton frère voyageur

    hélas tu les comprends

    la mécanique du vol

    la montée en sursaut

    la chute en parabole

    leurs jeux dans les nuages

    leur corps libre se charge,

    d’embraser l’horizon

    hélas tu les comprends,

    tu les comprends de trop

    reveillé mon regard

    mpon sens vertigineux

    me reste le désespoir

    d’un rêve éveillé

    Ranger toutes ses affaires

    dans ton gros sac-à-dos

    dans ta grosse tête trop fière

    qui rêve d’être oiseau

    là la montagne gronde

    agrippe de la chemise

    ton désir détournant

    le dos sur ton chemin

    sa voix basse et féconde

    rappelle une vielle chanson :

    la seule chose qui importe

    se cache dans la poche,

    de ta chemise usée,

    ton crayon retreci ;

    de tout ce que tu as appris

    de tout ce que tu as appris

    la seule chose qui t’emporte

    tu ne l’a pas compris.

    De l’ouverture d’un épilogue II

    Assis par terre,

    la longue randonnée terminée,

    qu’est-ce qu’elle prouve la sueur ?

    C’est rempli ! ton carnet

    il est fait ! le chemin

    j’attends ; fatigué ;

    et bon, tout est pareil sauf !

    le doute semé dans ton coeur,

    ton tout dernier dessin diffère,

    de peu.

    le peu que je comprends

    toutes mes manières d’errer

    aujourd’hui, j’apprends

    comme un nouveau né