Le soufflage du vers

jusqu'à le dernier poème, avant le premier

Ελληνικά Ποιήματα πριν την ρωηγμή του Χρόνου. Poèmes grecs avant la couleuvre du Temps.

Μικρό κείμενο περί του Αδυνάτου 1

Ο άνθρωπος ψάχνει να εξηγήσει το βάδισμα

περπατώντας μέχρι την κούνια, 

το παιδί του μαθαίνει να μπουσουλά.

Κι αν ο άνθρωπος έψαχνε έναν σκοπό

Θα περπατούσε κάμποσο άσκοπα, το αηδόνι

που θα του τραγουδά, σκοπούς χαρμόσυνους.

Έβγαλα την πένα μου, το τετράδιο

η έμπνευση, είχε φθάσει ως τα μέρη του,

έγραψα κάμποσο, έπειτα η μέρα μου φαινόταν ανέμπνευστη

Μετά την συνουσία, θλιμμένος άνθρωπος

Μετά την ουσία, υπάρχω; κοντολογίες,

Υπάρχω πριν την ουσία, στο ενδιάμεσο,

πάντα εδώ βρίσκω της χαράς την απουσία

Μετά την κοινωνία, η δυσφορία

με τα χιλιάδες πρόσωπα,

ξεχνάς το όνομά της Ύβρης, καλείς την Νέμεση

ξεχνάς το όνομα του δικαίου,

καλείς της δόξας την παρωνυμία

Μεταξύ αναγκαίας βεβαιότητας

και συνωνυμίας του πεπρωμένου με το αναπάντεχο

Το ερώτημά μου παραμένει,

ο άνθρωπος επινόησε το μπουσούλισμα

για να καταλάβει το βάδισμα, ή,

συνάντησε το μπουσούλισμα σκοντάφτοντας, μή πως,

το βάδισμα ώστε να φτάσει στα πόδια στο τραπέζι, ή πάλι,

το βάδισμα πλάι στο μπουσούλισμα,

γιατί δεν συνάντησε την μαγκούρα παραπέρα;

Το κουβάρι όλο και περιπλέκεται,

ο μόνος βέβαιος τρόπος συνάντησης

του γάτου μου με την χαρά,

το κουβάρι που ολοένα πλέκεται

ενόσω εκείνος εις μάτην το ξεχαρβαλώνει.

Περί κατεργαραίων και των δικών τους κλοπιμαίων Δικών

Μετά την κλοπή,

Έφυγες μ’ ένα κινητό στο χέρι

Και των ποιημάτων μου στερείς το ταίρι,

Απ τ άλλο χέρι που τα δακτυλογράφησε·

Γλίστρησες σαν χέλι πεπρωμένο μου,

Ήσουν ραφτό, γραμμένο στο χέρι,

Στις διαστάσεις μου το κλεμμένο σημειωματάριο.

Ας είναι, κλάφτη κλοπή, κλέφτη !

Θα ξαναβρώ την δυναμή μου,

Την ραφή στην γραφή μου.

Στο διάολο τα πενήντα φράγκα πού βγαλες

Απ την γαμημένη συσκευή,

Ήταν για φούντο ήδη καιρό,

Τον παλμό της πηγής δεν στέγνωσες

Τον αληθινό θησαυρό

Τις κούτες τσιγάρων που πήρες

Για να σου θολώσεις το μυαλό,

Θα ισοφαρίσω με δυο τετράδια

Ποίηση κι έρευνα στο ασυνείδητο

Αυτό που πνίγεις στης πίσσας το ναρκωτικό

Θυμίζεις θάνατο με την πράξη σου,

Ένωση κι εξάρτηση τυχάρπαστη

Στην ανάγκη μιας παρόρμησης.

Μιαν επιθυμία τρανότερη σου

Προτάσσω για να ζήσω,

Ελπίζω να φτάσει ως τα λημέρια σου.

Θυμόλογος με τον Θανάση Τζαβάρα

All we need is love…κι ένα ζευγάρι καλά παπούτσια.

All we need is love…κι ένα τάιρι σφριγηλά στήθια.

All we need is love. κι ένα σαρντονέ.

All we need is love. κι είκοσι μέρες διακοπές το χρόνο.

All we need is love…κι άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.

All we need is love, love…και δυο οργασμούς απανωτούς.

Love is all we need…Αχ Θανάση, δες που ρίχνοντας το α

Τά γραψες όλα στ αρχίδια σου,

Εν αρχήν ιδία η ανάγκη

Ναγαπάς και να αγαπιέσαι.

Χωρίς ΠΑΤ

Πώς θα κάνω πατέρα

Κάθομαι στο σκαμπουδάκι

Τον κοιτάζω χαμηλόφωνα

Φαντάζει ψηλότερος

Με λένε Βασιλάκη

Με ρωτάνε κάθε Πάσχα αν μεγάλωσα

Γελώντας με το αμήχανο παιδάκι

Αναποχώριστο ρολάκι

Που εγώ διάλεξα κι ερμήνευσα αδιαλείπτως

Δύομισι δεκαετίες

Ο πατέρας είναι σκεπή χωρίς στέγη

Πλάι σου μένω στεγνός και άστεγος

Έχεις την απάντηση κάθε φορά που βρέχει

Την ομπρέλα σου δεν μπορώ να την ανοίξω,

Μόνο εσύ το καταφέρνεις

Περπατούμε πλάι στην βροχή

Πηγαίνουμε όπου θέλεις πάντα εσύ.

Σημαδεύω κλεφτά όσα μέρη θέλω να πάω.

Κάνω τον πατέρα

Περπατώ με την ομπρέλα

Κάνω τις γκριμάτσες σου,

Κοιτάζω την ώρα όπως θα την κοιτούσες

Βλαστημώ τον κολόκαιρο όπως θα θύμωνες

Είμαι μουσκίδι, ανεβάζω πυρετό, παραληρώ.

Το μπράτσο της έχει πάθει εμπλοκή

Σπρώχνω την ομπρέλα σου ανελπιστικά

Ώσπου ν ανοίξει· την έσπασα.

Αν αγοράσω μιαν άλλην;

Όχι, καμία δεν της μοιάζει !

Γράφω τ όνομά μου με μια διχάλα

Χώρισαν οι δρόμοι μας. Εσύ πέθανες,

Εγώ κρατώ σφιχτά την ομπρέλα σου κι ας είναι σπασμένη

Αλλά δεν μπορώ να βγω από το σπίτι

Βρέχει συνέχεια.

Προβλέψεις ακατάπτωτων βροχοπτώσεων

Δε γαμιέται,

Αύριο θα αγοράσω ένα αδιάβροχο

θα το φορώ όποτε γουστάρω

ακριβώς όπως σε φανταζόμουν σαν άλλος Φρέντ Αστέρης

να παραδέχεσαι πόσο γούσταρες την ομπρέλα σου

για να κάνεις οτιδήποτε άλλο,

εκτός από το να μένεις στεγνός

χωρίς ΠΑΤΕΡίτσες αδιάβροχος.

Χωρίς ΜΠΑ

Έπειτα από μίαν ασυγκράτητη

Κατάχρηση λογοπαίγνιων, φθόγγων

Δίφθογγων, αναγραμματισμών κι εμπρόθετων,

Παρατονισμών και παρηγορολογισμών,

Μου μείναν δυο αστραπές στο παράθυρο

Ένα κοφτερό όχι κι ένα δίκοπο ναι

(Φσστ Ελύτη, ευχαριστώ πού φτασες ως κι εμένα,

Η λιγοστή μου ποίηση που σου χρωστώ,

Γιατί πρωτίστως γίνηκες λαϊκή σοφία)

Μια γραμματική μ’εξώφυλλο από γυαλόχαρτο

Ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του Περέκ

Όπου η πρόθεση μπα δεν υπάρχει.

Αστραφτερή φυλλωσιά ελιάς στο δείλι

Εκκλησιά που προσκυνά την βροχή

Και ξεθωριάζιε το θείο.

Ό,τι θέλει να πέσει είναι σίγουρο ότι ανυψώθυκε

Ενώ ό,τι θέλει να πάει ψηλά

Είναι σίγουρα απαράδεκτο της καταγωγής του

Αν μας αγγίζουνε σήμερα ακόμη

οι μεταφορές των οριζόντων.

Παραλλαγή της μπαλάντας του θανάτου

Σαν αίλουρος χόρεψε την Αστράπτα

Και καμαρώνει της ζωής την πανηγύρη

Με χαμηλές τις όμορφες καμπύλες

Την εζευγάρωνε.

Στα μάτια του ένα, ένα σύγνεφω

Στου πόθου του το σίδερο

Κει αίμα, πνοή, λιοπύρι, γη

Φυτέψανε μιαν αστραπή

Και στίψανε το σύννεφο.

Περί καταλήξεων

Εκεί ξαπλωμένη, ενδιαφέρον !

Και γιατί όχι ενφιαφερόμενη,

Διαφορά φέρουσα;

Φερόμενη την περιφέρειά της ερωμένη.

Σας ψιθυρίζω ότι διαφέρω · ή μήπως,

Σας εκμυστηρεύομαι πως τον Αγάθωνα ποθώ;

Τα θηλυκά επίθετα με τρομάζουν

Επί του στρώματος βωμολοχώ ανοησίες αραδιάζω

Μασκαρεύω τις καταλήξεις

Και κανείς δεν υποπτεύεται τί;

Σίγουρα όχι αυτό που ήδη σαν νόημα νεύεται

Σίγουρα όχι ότι η μάσκα είναι προσωπείο μυστήριο,

Ότι το μυστικό είναι σιωπή κρυστάλλινη

Αντανάκλαση των ματιών μου σε μια λίμνη.

Περί μετωνυμίας το πόνημα

Να που υπάρχω,

Ώστε το βλέπω ! Ως και το ακούω.

Υπάρχω εκεί που τρεχαντεύει το σύννεφο,

Υπάρχω εκεί που βλέπω όταν το κορμί σου θέλω

Εκεί που ακούω όταν η φωνή σου με συγκλονίζει

Δεν σε προφταίνω γιατί κατοικείς

Στον παφλασμό του κύματος

Στον οργασμό της κλινοπάλης

Στο θρόϊσμα των φύλλων

Στο τιτίβισμα των πουλιών

Στην κατάνοιξη του ουρανού

Στην νεροποντή της καταιγίδας

Στο σχίσιμο της αστραπής

Στο τσουρούφλισμα της φωτιάς

Στο γουργούρισμα της γάτας

Στην πληγή που από αίμα αναβλύζει

Στο ποίημα που τις στροφές αλλάζει

Στο πινέλο που τον πίνακα πιτσιλίζει

Στον κρατήρα που ξάφνης βροντά

Στην χύτρα που σφυρίζει

Στην γέννα που ουρλιάζει

Θάνατε κωφαίνεις

Άνθρωπε αγουροξυπνάς

Δεν μπορώ να σε κατοικήσω

Μεταξένιο μεταξύ !

Περί ηρωϊκών πεπρωμένων

Έρχομαι,

Έρχομαι πεπρωμένο,

Είναι καιρός ν ανταμωθούμε

Πάει καιρός που να σμίξουμε ποθούμε

Έλα, το χέρι σου δώσε,

Απάνω στου χορού την δίνη ζάλη,

Στης ρίζας του πλατάνου προσκεφάλι

Οδηγεί η πομπή κι όπως ξαπλώνω

Μέσα μου νέα φωτιά ανοίγει και με καίει.

Σ έναν τόπο άντρας καιόμενος δεν κάθεται,

Φεύγω, γιατί καίγομαι απ το άγγιγμα σου πεπρωμένο,

Πηγαίνω, ώσπου να καώ ολόκληρος, σαν φωτιά,

από τις πυρκαγιές της Τροίας των νεκρών ηρώων

να πεθάνω προτιμώ για ένα όνειρο.

Στην γκαλερί

Δεν υπάρχουν σκάλες

Θέλω να πάω κάπου

Κάνοντας κάτι

Η ευχή μου,

Να γίνω κάποιος μεταξύ κάποιων κάποιων ·

Στην γκαλερί,

Είναι ζωγραφισμένες στον πίνακα χωρίς όνομα

Οι σκάλες, οδηγούν σε μια σκάλα ελισσόμενη,

Είναι ο καλλιτέχνης που ονομάζει την έξοδο

Του κινδύνου του.

Μαρτυράς ανώνυμα εμπρός στης θέας του βήματός σου

Την ελευθερία.

Στα όνειρά μου όταν,

της πηχτής νυχτιάς μεε καλείς με τ’όνομά μου,

Συνδιαλλεγόμαστε επί των διάφορων στυλ

Τις σχεδιάσεις των βημάτων σου ζωγραφικής,

Της σκάλας της ζωής.

Προσφέρεις το γνωρίζειν ονειρεύεσθαι

Εκεί που ήταν ένα γνωρίζειν πράττειν.

Άτιτλο 2

Μέσα στο δάσος

Πλέκω ένα ξέφωτο

Απτην λάμψη σου

Έχεις το δικό σου φως διαλεγμένο

Από τα έγκατα του φεγγαριού

Από τις ανταύγειες του ξεσηκώνω την γη,

Ξεριζώνω το σκοτάδι κι οργώνω το χάος

Η ματιά μου πέφτει πάνω σου και μετά στην βλάστηση

που χαιδεύει το βλέμμα μου και ξεπλένει την συνήθεια.

Περπατώ στον ορίζοντα της τέχνης που γνέφει η ψυχή σου

Στην γεωμετρία των αισθήσεών σου

Στην αποκάλυψη της ύπαρξής σου

Ο κόσμος είναι απλός επειδή απλά τον θέλησες όμορφο

Μέσα στην σύγχυση του θανάτου της αγριότητας,

Της μπουλτόζας, του πριονιού

Και της σφυροκοπημένης λύσσας

Το βούισμα της μέλισσας εκκωφαντικό

Εκκενώνει την αθλιότητα.

Μέσα σε μια σταγόνα ωκεανού

Σένα καρδιοχτύπι της αιωνιότητας

Αυτό αισθάνθηκα όταν σου πρωτομίλησα

Αυτό μου απάντησες όταν πρωτοκελάλησες.

Παράδοξα της σιωπής

Όσο περισσότερο μ’αρέσεις

Τόσο περισσότερο σωπαίνω

Περισσότερο πιότερο κι άλλο, ακόμη μπόλικο,

Οργασμός της προσθέσεως της θέασης

Όταν ανεβαίνει το φεγγάρι

Και τα γιασεμιά επιπλέουν στον περίπατο περιδιαβαίνουμε,

δεν βγάζουμε χαρταετό τον ήλιο

τυφλώνομαι πριν τον Οιδίποδα

Αποφεύγω ό,τι τραγικό,

Καταντώ κωμωδία των επαναλήψεων.

Η χορογράφος ζήτησε

Χαμόγελο-Χειραψία-Χάδι-Αγκάλι-Κουρουβάλι,

Το χελιδόνι ταξίδεψε ως τον νότο και ξανακύλησε

Από ζέσα σε ζέσα,

Χελιδονάκι σύ γνωρίζεις τ’ανέμι πώς σαλεύει.

Το κορμί μου ξεγλιστρά απ την ομίχλη και σαϊτεύει

Η επιθυμία είναι ο κεραυνός

Το θέλγητρο η αστραπή

Η στιγμή είναι μία.

Be gone, Narcisse !

Χάσου φωνή και γίνε λαλιά στα χείλη μου

Χάσου βλέμμα στο κοίταγμα σα σε κοιτάζει εκείνη,

Επιτέλους, αυτό που ονειρευόσουν

Με τα κλειστά σου μάτια ταραγμένα.

Χάσου καρδιά μου στου χτύπου την ολόφρεσκη ζάλη

Σαν έλθει στο σύννεφο ο Έρως

Μην γυρνάς απ την άλλη

Μην είσαι εγωιστής

Χάσε τα δόντια σου μες στο χαμόγελό σου.

Θ αυλακώσει το πρόσωπό σου απ το γήρας

Κάψε το δέρμα σου

στο σίδερο του πόθου

τσαλάκωσε το κορμί σου,

Διάολε δεν είσαι πορσελάνη

Διάολε άγαλμα δεν ήμουν

κι έγινα λαζαρολάβαρο διάολε,

Ω διαολεμένε διάολε.

Πόσο θέλω το παρόν

Το ραγισμένο παρόν,

Και ως τις ρωγμές που μέσα τους στάζει βροχή

Της ζωντανής μου κράσης

Ό,τι άλλο γύψος στο σώμα.

Posted on